Saturday, April 11, 2009

Το Απαγορευμένο Βιβλίο των Μύθων


Επεισόδιο 1 - Ο Δάσκαλος

Πευκολίμνη, 14/4/1954.

Θα αρχίσω λέγοντας ότι εγώ δεν ήθελα να γράψω τέτοιο βιβλίο. Αυτά που θα διαβάσετε είναι πραγματικά συμβάντα, όμως εκείνος με αναγκάζει να τα αναφέρω ως μύθους της μικρής μας πόλης. Μην με ρωτήσετε ποιος είναι εκείνος. Το μόνο που ξέρω γι’ αυτόν είναι ότι με αναγκάζει να προβώ σε αυτό το συγγραφικό έργο και ότι πρόκειται να αναφερθεί σε κάποια από τις ιστορίες που θα διαβάσετε. Του αρέσουν οι γρίφοι. Προτιμά να τον ανακαλύψουν οι αναγνώστες. Άλλωστε, έχει την δύναμη να επιβάλει τους δικούς του κανόνες. Εγώ δεν μπορώ να αντισταθώ, τουλάχιστον όχι τώρα. Μακάρι να μπορούσε κάποιος από εσάς να με βοηθήσει. Όχι, δεν τα έχω χαμένα! Είμαι ο Γιώργος Αποστόλου, ο αγαπημένος δάσκαλος των παιδιών σας. 

Ξέρω ότι έχετε ανησυχήσει πολύ με την μυστηριώδη εξαφάνιση μου από το σχολείο και το σπίτι μου. Πάνε δύο εβδομάδες τώρα από εκείνη τη νύχτα της Παρασκευής. Σας ορκίζομαι ότι αυτά που θα σας διηγηθώ ευθύς αμέσως είναι αλήθεια. Καθόμουν στο γραφείο μου, στο σαλόνι του σπιτιού μου, και διόρθωνα τις εκθέσεις των μαθητών. Τους είχα βάλει ελεύθερο θέμα εκείνη την Παρασκευή, οπότε η ανάγνωση και η διόρθωση είχαν εξαιρετικό ενδιαφέρον. Ήθελα να διαπιστώσω πόσο δημιουργικά είναι τα παιδιά και σας διαβεβαιώνω ότι έχουν ταλέντο! Όμως, ανάμεσα στα γραπτά των μαθητών μου, υπήρχε και μία έκθεση ανυπόγραφη. Δεν ήταν κάποιου μαθητή από την δική μου τάξη, αλλά είμαι σίγουρος, ότι επρόκειτο για φάρσα. Ίσως κάποια παιδιά ήθελαν να με τρομάξουν, επειδή ήξεραν ότι έχω μία αδυναμία στους μύθους και ιδιαίτερα στις ιστορίες τρόμου. Αυτό σκέφτηκα στην αρχή, όταν είδα την μυστηριώδη έκθεση με τίτλο «Η Μαργκιόνα θα σε σκοτώσει σήμερα!»

Ο μύθος της Μαργκιόνας, είναι γνωστός ακόμα και στις πέτρες της Πευκολίμνης! Όλοι έχετε ακούσει για αυτήν, που έμενε σε εκείνο το μεγάλο σπίτι κοντά στη λίμνη. Ενώ, όλα τα σπίτια της πόλης μας είναι χτισμένα μέσα στο πανέμορφο πευκοδάσος μας, το σπίτι όπου λέγεται ότι κατοικούσε η Μαργκιόνα βρίσκεται περίπου ένα χιλιόμετρο έξω από την πόλη και δίπλα στη λίμνη. Γι’ αυτό μας έλεγαν από τότε που ήμασταν παιδιά «μην παίζετε στη λίμνη μετά το σούρουπο. Η Μαργκιόνα παραφυλάει και μόλις νυχτώσει βγαίνει για κυνήγι. Παιδάκια σαν κι εσάς ψάχνει για να τους ρουφήξει την ανάσα». Ο παππούς μου έλεγε ότι ήταν η γυναίκα του μεγαλέμπορα Κώστα Μαργκιόνη και ήταν καταραμένη επειδή αυτοκτόνησε όταν έμαθε ότι ο άντρας της πνίγηκε σε ναυάγιο. Την έθαψαν στην αυλή του σπιτιού της και δεν την διάβασαν, έτσι αυτή βρικολάκιασε. Η Μαργκιόνα δεν διψούσε για αίμα. Φιλούσε τα θύματα της στο στόμα ρουφώντας την ανάσα τους μέχρι εκείνα να πεθάνουν από ασφυξία. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του παππού μου, η καταραμένη αυτή γυναίκα προσπαθούσε να μαζέψει τις ανάσες όλων των παιδιών της Πευκολίμνης για να αναστήσει τον άντρα της, ο οποίος πνίγηκε στα νερά της Αδριατικής, σε ένα συνηθισμένο για την δουλειά του ταξίδι επιστροφής από την Ιταλία στην Ελλάδα. 

Κανείς δεν είχε δει το πρόσωπο της Μαργκιόνας. Φορούσε πάντα μία κάπα, κόκκινη σαν την φωτιά, με κουκούλα που κάλυπτε τα μάτια της. Η φωνή της έμοιαζε με μικρού κοριτσιού. Όταν έβρισκε ένα παιδί να περπατάει μόνο του τη νύχτα, το φώναζε με το όνομα του. Αν το ανυποψίαστο παιδάκι γυρνούσε να δει ποιος ήταν, εκείνη το άρπαζε γρήγορα, όπως ο λύκος το ελάφι, κολλούσε τα κατάμαυρα πεθαμένα χείλη της στο στοματάκι του και ρουφούσε την ανάσα του με μανία. Σκότωσε αρκετά παιδιά με αυτό τον τρόπο, μέχρι που οι κάτοικοι εξαγριώθηκαν και μαζί με τον παπά πήγαν στη λίμνη για να την βρουν και να την κάψουν. Έψαξαν στον κήπο, εκεί που την είχαν θάψει, όμως δεν την βρήκαν. Ο παπάς διάβασε έναν εξορκισμό και μετά έκαψαν το σπίτι και έφυγαν. Όμως, την άλλη μέρα το σπίτι ήταν πάλι όπως πριν το τυλίξουν οι φλόγες! Ο παπάς είπε ότι αν δεν την έβρισκαν για να την κάψουν, θα τριγυρνούσε στην Πευκολίμνη για πάντα. Τότε, ο δήμαρχος, ο Γιάννης Θεοδωρόπουλος, έβαλε για δόλωμα τον γιο του Θανάση. Του έδωσε ένα μικρό μπουκαλάκι με αγιασμό και τον έστειλε να κάτσει στην όχθη της λίμνης, ένα απόγευμα, πολύ κοντά στο σπίτι της καταραμένης. Ο δήμαρχος, ο παπάς και πολλοί άλλοι ήταν κρυμμένοι εκεί τριγύρω για να επέμβουν σε περίπτωση που η Μαργκιόνα προσπαθούσε να σκοτώσει τον μικρό Θανάση. Ήταν ένα δυνατό αγόρι γύρω στα δεκαπέντε. Δεν φοβόταν τη Μαργκιόνα. Ήθελε να την σκοτώσει γιατί εκείνη είχε πάρει τη ζωή του κολλητού του φίλου, του Γιάννη Αλεξάνδρου. Το σχέδιο ήταν απλό. Μόλις η Μαργκιόνα φώναζε τον μικρό Θανάση, αυτός θα μπούκωνε το στόμα του με αγιασμό και θα γυρνούσε προς το μέρος της. Εκείνη θα τον άρπαζε, θα τον φιλούσε και θα καιγόταν μέχρι θανάτου.

Ήταν ένα Αυγουστιάτικο απόγευμα. Ο παππούς μου ήταν εκεί! Έτσι έλεγε και δεν είχα κανένα λόγο να μην τον πιστέψω. Ήταν φίλος του μικρού Θανάση και είχε πάει, συνοδευόμενος από τον πατέρα του, να τον καμαρώσει που θα σκότωνε την Μαργκιόνα. Τα νερά της λίμνης έμοιαζαν με ένα σπάνιο και πανέμορφο κράμα κρυστάλλου με ονειρικές πράσινες αποχρώσεις, που σκοτείνιαζαν αρμονικά και σιγά καθώς ο ήλιος έδυε. Το τοπίο έμοιαζε με ζωγραφιά και ο παππούς το απολάμβανε για πρώτη του φορά, αφού δεν τον άφηναν να παίζει στη λίμνη τα απογεύματα. Κοιτώντας από την λίμνη προς τον πευκοντυμένο λόφο της πόλης, έβλεπε κανείς τα φωτισμένα με κεριά σπίτια να μοιάζουν σαν λαμπερά στολίδια καρφιτσωμένα μέσα στα δέντρα. Αυτή η μαγευτική εικόνα, που σχηματιζόταν καθώς σκοτείνιαζε, ήταν απαγορευμένη. Όποιος την έβλεπε, ήταν σχεδόν σίγουρο ότι θα γευόταν τα θανατηφόρα χείλη της Μαργκιόνας. Πού ήταν, όμως, η Μαργκιόνα; Η νύχτα είχε σκεπάσει για τα καλά τη λίμνη και η καταραμένη δεν είχε εμφανιστεί. Πέρασαν ώρες, κόντευαν μεσάνυχτα, αλλά εκείνη δεν ερχόταν. Μάλλον είχε καταλάβει την παγίδα που της είχαν στήσει. Ο δήμαρχος και ο παπάς συμφώνησαν να παραμείνουν εκεί όλη τη νύχτα. Είπαν στους άλλους κατοίκους να πάνε στα σπίτια τους, αν ήθελαν, όμως κανείς δεν κούνησε ρούπι. Καθώς η ώρα περνούσε, ο μικρός Θανάσης και οι περισσότεροι από τους κρυμμένους παρευρισκόμενους νύσταξαν. Δεν συνέβαινε απολύτως τίποτα, η βραδιά ήταν υπέροχα γλυκιά με απαλό αεράκι, αλλά υπήρχε και κάτι στην ατμόσφαιρα, κάτι σαν υπνωτικό, έτσι μου το περιέγραψε ο παππούς μου. Μια μυρωδιά παράξενη, σαν ένα μείγμα από θειάφι και τριαντάφυλλα. Ήταν πολύ δύσκολο για όλους να κρατήσουν τα βλέφαρα τους ανοιχτά. Έτσι, ο παππούς κοιμήθηκε, όπως κοιμήθηκαν και όλοι οι άλλοι, όμως ήταν ο πρώτος που ξύπνησε και είδε την Μαργκιόνα να ρουφάει με μανία την ανάσα του άτυχου Θανασάκη. Ο μικρός προσπαθούσε να ελευθερωθεί, αλλά εκείνη τον κρατούσε σφιχτά μέσα στην αγκαλιά της. Τα πόδια του σπαρταρούσαν καθώς τελείωνε το οξυγόνο του, και με τα χέρια του έκανε την ύστατη προσπάθεια να γλυτώσει χτυπώντας την Μαργκιόνα στο πρόσωπο με τις γροθιές του. Μια γροθιά τίναξε το κεφάλι της καταραμένης προς τα πίσω και έπεσε η κουκούλα της αποκαλύπτοντας τα μάτια της. Ο παππούς μου φοβήθηκε πολύ που είδε τα κίτρινα, λαμπερά και φιδίσια μάτια της. Άρχισε να ουρλιάζει «βοήθεια!» Η Μαργκιόνα πέταξε απότομα τον μικρό Θανάση από την αγκαλιά της και κάρφωσε τον παππού μου με το απόκοσμο βλέμμα της. Σαν να σηκώθηκαν τα πόδια της από το έδαφος, με μία πολύ γρήγορη κίνηση σύρθηκε προς το μέρος του παππού προτείνοντας του τα γαμψά μαύρα νύχια της. Λίγο πριν τον αρπάξει, ο παπάς επενέβη, σαν από μηχανής θεός, της πέταξε αγιασμό στο πρόσωπο και εκείνη σωριάστηκε απότομα, λες και την χτύπησε κεραυνός. Ο παπάς πήγε από πάνω της, διάβασε έναν εξορκισμό και της έριξε κι άλλο αγιασμό. Η Μαργκιόνα χτυπιόταν στο χώμα και ούρλιαζε φρικτά. Όλοι οι παρευρισκόμενοι, που είχαν ξυπνήσει από τότε που ο παππούς μου φώναξε «βοήθεια», κοιτούσαν παγωμένοι το θέαμα. Ξαφνικά, η Μαργκιόνα σταμάτησε να χτυπιέται και να κραυγάζει, άνοιξε το στόμα της και από μέσα του βγήκαν τα φαντάσματα των παιδιών που είχε σκοτώσει. Όλα τα παιδιά, το ένα μετά το άλλο, έριχναν κατάρες στον παπά γιατί δεν τα προστάτεψε όταν ζούσαν, και μετά έτρεχαν προς τη λίμνη και εξαφανίζονταν σαν καπνός από τσιγάρο που απλώνεται και διαλύεται στην ατμόσφαιρα αργά και σταθερά.

Η Μαργκιόνα ήταν πλέον νεκρή, ή εντελώς νεκρή, για την ακρίβεια! Το πρόσωπο της έμοιαζε γαληνεμένο. Τα μάτια της κοιτούσαν προς τον ουρανό και ήταν κανονικά μαύρα μάτια, όχι μάτια φιδιού. Τα χείλη της ήταν ροζ και όχι μαύρα, όπως λίγο πριν που ρουφούσε την ανάσα του μικρού Θανάση. Τα μαλλιά της ήταν καστανά, ίσια και απλώνονταν στους ώμους της. Ήταν μία όμορφη νέα γυναίκα, μία όμορφη νεκρή γυναίκα. Την έθαψαν ξανά στην αυλή του σπιτιού της. Αυτή τη φορά, όμως, δεν την έβαλαν σε φέρετρο. Της κάρφωσαν ένα πολύ μακρύ και χοντρό ασημένιο παλούκι στην καρδιά, την πέταξαν στον λάκκο που είχαν σκάψει και την σκέπασαν με χώμα. Η μία άκρη του παλουκιού εξείχε από την επιφάνεια του εδάφους και υποδείκνυε το ακριβές σημείο ταφής της καταραμένης. Ο δήμαρχος, από εκείνο το βράδυ, έβαλε φύλακες με βάρδιες, ώστε κανείς να μην πλησιάσει στην αυλή του σπιτιού και ξεκαρφώσει το παλούκι, γιατί τότε η Μαργκιόνα θα ξυπνούσε πάλι!

Όλοι ξέρετε την Μαργκιόνα και την ιστορία της, αλλά την έχετε ακούσει με διαφορετικές εκδοχές. Ίσως μία από τις εκδοχές αυτές να είναι και αυτή που σας διηγήθηκα, όμως σίγουρα είναι η πραγματική. Είναι η εκδοχή που έγραψε ο άγνωστος μαθητής στην έκθεση «Η Μαργκιόνα θα σε σκοτώσει σήμερα!» Στο τέλος της έκθεσης έγραψε και την απειλή του: «Εγώ, δάσκαλε, ξύπνησα την Μαργκιόνα! Θα σε επισκεφθεί σύντομα! Δεν έχεις επιλογή από το να κάνεις αυτά ακριβώς που θα σου πω, διαφορετικά θα πεθάνεις. Η Μαργκιόνα θα σε οδηγήσει στο σπίτι της, στη λίμνη. Θα σε πάει σε ένα μυστικό δωμάτιο που κανείς δεν θα μπορέσει να ανακαλύψει. Θα είσαι άνετα. Θα έχεις πλούσια τροφή και εκλεκτό ποτό. Αν θελήσεις γυναικεία συντροφιά δεν έχεις παρά να το σκεφτείς και η επιθυμία σου θα γίνει πραγματικότητα! Μετά από μερικές μέρες θα έρθει η Μαργκιόνα στο δωμάτιο σου, ακριβώς τα μεσάνυχτα! Θα έρχεται σε σένα κάθε βράδυ! Θα κάθεται στην βελούδινη πολυθρόνα απέναντι από ένα ξύλινο γραφείο, στο οποίο θα κάθεσαι εσύ. Θα σηκώνει την κουκούλα της και θα σε κοιτάζει με τα φιδίσια μάτια της. Μέσα σε αυτά τα μάτια θα βλέπεις κάθε ιστορία με εικόνες, με πολύ ζωντανές εικόνες, σαν να ήσουν εκεί την ώρα που διαδραματίζονταν τα γεγονότα! Θα πρέπει να καταγράφεις αυτές τις ιστορίες στις λευκές σελίδες ενός μεγάλου δερματόδετου βιβλίου που θα βρεις πάνω στο γραφείο. Το βιβλίο αυτό ονομάζεται «Το Απαγορευμένο Βιβλίο των Μύθων». Πρόκειται για αληθινές ιστορίες, όμως εσύ θα τις αναφέρεις ως μύθους. Θα ξεκινάς με τίτλο: Ο Μύθος... Αν δεν γράφεις τις ιστορίες, η Μαργκιόνα θα σε σκοτώσει αργά και βασανιστικά. Θα ρουφάει την ανάσα σου κάθε βράδυ, κάνοντας την αναπνοή σου αδύναμη μέρα με τη μέρα. Θα πεθάνεις φριχτά δάσκαλε αν δεν κάνεις αυτά που σου γράφω. Ποιος είμαι εγώ; Αυτό θα το μάθεις σύντομα, αλλά όχι ακόμα! Μπορείς να γράψεις στο βιβλίο όποια εισαγωγή θέλεις, να με βρίσεις, να με καταραστείς, να ζητήσεις βοήθεια, οτιδήποτε! Όμως, όταν μάθεις την ταυτότητα μου δεν θα τολμήσεις ποτέ να με αποκαλύψεις στα κείμενα σου, διαφορετικά θα σε σκοτώσω με πολύ χειρότερο και πολύ πιο αργό τρόπο από την Μαργκιόνα! Αν μπορούν, ας με βρουν οι αναγνώστες του βιβλίου σε κάποια από τις ιστορίες! Το γιατί θα συμβούν όλα αυτά, είναι κάτι που θα το μάθεις στην πορεία, όχι τώρα, όχι σύντομα. Το γιατί θα συμβούν σε σένα όλα αυτά, θα το διαπιστώσεις πιο γρήγορα, αλλά και πάλι όχι τώρα!»

Φυσικά, δεν πίστεψα αυτά που έγραψε ο άγνωστος, όμως όταν πήγα να ξαπλώσω, εκείνο το βράδυ, είδα την Μαργκιόνα να στέκεται όρθια δίπλα στο κρεβάτι μου. Ο τρόμος που ένιωσα δεν μπορεί να περιγραφεί με λέξεις. Η καταραμένη, ακριβώς όπως την είχα σχηματίσει στο μυαλό μου από τις διηγήσεις του παππού μου, με άρπαξε βίαια από το μπράτσο και με έσυρε έξω από το σπίτι. Προσπαθούσα να φωνάξω, να ζητήσω βοήθεια, αλλά δεν έβγαινε κανένας ήχος από το λαρύγγι μου. Η ώρα ήταν περίπου δύο και μισή τη νύχτα. Τα φώτα ήταν σβηστά σε όλα τα σπίτια, αλλά και να ήταν κάποιος ξύπνιος αμφιβάλλω αν θα μπορούσε να με δει. Η Μαργκιόνα με οδήγησε στο σπίτι της και στο δωμάτιο που είχε περιγράψει ο άγνωστος συγγραφέας. Από τότε μέχρι σήμερα δεν με έχει επισκεφθεί ξανά εκείνη. Το ξέρω όμως ότι θα έρθει σύντομα, θα σηκώσει την κουκούλα της και θα δω μία φρικτή ιστορία μέσα στα απόκοσμα, φιδίσια μάτια της. Δεν θα έχω άλλη επιλογή από το να γράψω αυτή την ιστορία που θα δω. Δεν ξέρω ούτε πως να βοηθήσω τον εαυτό μου, ούτε μπορώ να έχω οποιαδήποτε επαφή με τον έξω κόσμο. Το δωμάτιο, στο οποίο βρίσκομαι, είναι μαγεμένο. Όταν είμαι πολύ απογοητευμένος κάνει απίστευτο κρύο εδώ μέσα και έξω από το παράθυρο βλέπω μία μεγάλη καταιγίδα, ενώ ακούω τον αέρα να ουρλιάζει με μανία. Όταν είμαι ήρεμος και προσπαθώ να σκεφτώ λίγο πιο αισιόδοξα, ένας υπέροχος ήλιος φωτίζει το δωμάτιο και όλα εδώ μέσα μοιάζουν σαν τον ερχομό της Άνοιξης. Τα λουλούδια στο μεγάλο βάζο της τραπεζαρίας μυρίζουν θεσπέσια, τα πουλιά τραγουδάνε χαρούμενα έξω από το παράθυρο, όλα είναι όμορφα. Όταν με πιάνει πανικός και προσπαθώ να σπάσω αυτό το παράθυρο για να βγω έξω, οι τοίχοι του δωματίου κινούνται προς το μέρος μου, καταστρέφοντας τα έπιπλα, πλησιάζοντας απειλητικά. Αν δεν σταματήσω να προσπαθώ να σπάσω το παράθυρο, θα με λιώσουν! Είμαι σίγουρος ότι αυτός που με φυλάκισε εδώ προσπαθεί να με κάνει να προσαρμοστώ. Αυτή θα είναι η ζωή μου από εδώ και μπρος και πρέπει να την συνηθίσω. Μπορώ να έχω οτιδήποτε σκεφτώ, για την καλοπέραση μου, όμως δεν θα βγω ποτέ από αυτό το δωμάτιο. Πρέπει να περιμένω την Μαργκιόνα, να βλέπω φρικτές ιστορίες μέσα από τα δαιμονικά μάτια της και να τις καταγράφω σε αυτό το δερματόδετο βιβλίο. Είμαι σίγουρος ότι όταν γεμίσω όλες τις σελίδες του βιβλίου θα πεθάνω. Αυτό το βιβλίο πρέπει να γραφτεί για κάποιον σκοπό, και σίγουρα θα πρέπει να διαβαστεί. Πρέπει να βρω έναν τρόπο να αποδράσω από εδώ μέχρι να έρθει εκείνη η ώρα αλλιώς… Δεν έχω την δύναμη να γράψω κάτι άλλο αυτή την στιγμή.

Saturday, January 10, 2009

Η Μυστήρια

Δέκα μήνες μετά την εξαφάνιση, ένα ζεστό καλοκαιρινό βράδυ, η Μαίρη Ρόβερς είδε μία γυναίκα που έμοιαζε εκπληκτικά με την Αλίκη να φλερτάρει τον Γιώργο Ηλιάδη στο Forrest Bar. Ο Ηλιάδης ήταν γνωστός καρδιολόγος, πενήντα χρονών και παντρεμένος. Η Μαίρη είδε την γυναίκα που έμοιαζε στην Αλίκη να κρατάει τρυφερά το χέρι του γιατρού και να τον φιλάει στο στόμα. Το παράνομο ζευγάρι καθόταν στο βάθος του μπαρ σε ένα τραπεζάκι διακριτικό, μακριά από την βαβούρα που επικρατούσε στον χώρο. Η Μαίρη πάγωσε, δεν ήξερε πώς να αντιδράσει. Δεν μπορούσε βέβαια να πλησιάσει και να μιλήσει στην γυναίκα, αλλά ήθελε να την κοιτάξει πιο προσεκτικά ώστε να είναι σίγουρη ότι πρόκειται για την Αλίκη. 

Κοίταξε ξανά προς το τραπέζι που καθόταν το ζευγάρι, και με έκπληξη της είδε ότι πλέον δεν ήταν κανένας εκεί. Βγήκε αλαφιασμένη έξω από το μπαρ ψάχνοντας τον Ηλιάδη και την μυστήρια γυναίκα. Είδε τις φιγούρες τους να απομακρύνονται από την γραφική πλατεία του χωριού. Περπατούσαν αγκαλιασμένοι σε ένα όμορφο καλντερίμι με κατεύθυνση προς το πάρκο. Η Μαίρη έτρεξε για να τους προλάβει. Όταν τους πλησίασε αρκετά, φόρεσε τα γυαλιά ηλίου που είχε στην τσάντα της και περπατούσε, δήθεν ανέμελη, περίπου δέκα μέτρα πίσω τους. Τώρα, βέβαια, μία γυναίκα που φοράει γυαλιά ηλίου μέσα στη νύχτα και κάνει βόλτα σε ένα φωτισμένο καλντερίμι σίγουρα τραβάει περισσότερο την προσοχή, αλλά η Μαίρη ήταν πολύ ταραγμένη για να σκεφτεί λογικά. 
Ο Ηλιάδης και η μυστήρια γυναίκα μπήκαν στο πάρκο. Εκείνη την ώρα δεν υπήρχε κανείς άλλος εκεί. Η Μαίρη τους ακολουθούσε πολύ προσεκτικά. Ξαφνικά, η γυναίκα, που έμοιαζε με την Αλίκη, έσπρωξε τον Ηλιάδη και τον έριξε πίσω από κάτι θάμνους. Εκείνος γελούσε δυνατά. Η Μαίρη σταμάτησε περίπου πενήντα μέτρα πίσω τους και έκατσε σε ένα παγκάκι. Δεν μπορούσε να τους πλησιάσει περισσότερο, έπρεπε να περιμένει. Η δυνατή κραυγή πόνου και αγωνίας του Ηλιάδη έκανε την Μαίρη να σηκωθεί απότομα από το παγκάκι σαν να έπαθε ηλεκτροπληξία. Έβγαλε τα γυαλιά ηλίου και είδε την μυστήρια γυναίκα να τραβάει αναίσθητο τον Ηλιάδη έξω από τους θάμνους με μεγάλη άνεση, λες και είχε την δύναμη ενός πολύ γυμνασμένου άντρα. Η Μαίρη έβλεπε την πλάτη της γυναίκας καθώς εκείνη φόρτωνε τον γιατρό στους ώμους της σαν να ήταν τραυματίας πολέμου. Αμέσως μετά άρχισε να τρέχει μέσα στο πάρκο σαν κυνηγημένη. Η Μαίρη είχε τρομάξει τόσο πολύ που έκανε μεταβολή αμέσως και έφυγε τρέχοντας έξω από το πάρκο.

Μία ώρα αργότερα, το πτώμα του Ηλιάδη βρέθηκε έξω από την πόρτα του σπιτιού του στο δάσος. Τα μάτια του ήταν παγωμένα από τον τρόμο. Το βλέμμα αυτό σχεδόν τάραξε ψυχολογικά τον Άνγκους Ρόβερς, ο οποίος είχε δει πολλά εγκλήματα στην καριέρα του μέχρι σήμερα αλλά ποτέ δεν είχε προβληματιστεί τόσο. Αίμα δεν υπήρχε πουθενά στον τόπο του εγκλήματος. Η γυναίκα του Ηλιάδη μιλούσε με λυγμούς στον διοικητή της αστυνομίας του χωριού. Του έλεγε συνεχώς τα ίδια πράγματα εδώ και μία ώρα που την ρωτούσε. 

Ήταν περίπου δώδεκα και μισή το βραδύ όταν ξύπνησε βίαια από τον κρότο που έκανε μία πέτρα σπάζοντας το τζάμι του παραθύρου της κρεβατοκάμαρας της. Σηκώθηκε από το κρεβάτι και έτρεξε να δει τι συνέβη. Στην εξώπορτα του σπιτιού στεκόταν μία γυναίκα με μακριά ξανθά μαλλιά και κοιτούσε προς το παράθυρο. Τα μάτια της γυάλιζαν μέσα στο σκοτάδι. Ήταν πολύ τρομακτικά και απόκοσμα. Γελούσε δυνατά, με εκδικητική κακία, μόλις είδε την γυναίκα του Ηλιάδη. Πέταξε το πτώμα του γιατρού από τους ώμους της και έφυγε. Η άτυχη χήρα είχε κοκαλώσει από τον τρόμο και απλά παρακολουθούσε την φιγούρα της δολοφόνου να χάνεται μέσα στο δάσος. Το σπίτι του Ηλιάδη ήταν απομονωμένο. Δεν υπήρχαν γείτονες γύρω παρά μόνο ένας μεγάλος κήπος και το δάσος. Το πιο κοντινό σπίτι βρισκόταν σε απόσταση δύο χιλιομέτρων. Ο διοικητής δεν μπορούσε να πιστέψει τα λεγόμενα της γυναίκας του γιατρού, αλλά προσπαθούσε να την καλμάρει, υποστηρίζοντας ότι υπέστη σοκ, και της έλεγε ότι μόλις ηρεμήσει θα θυμηθεί με ακρίβεια αυτά που είδε. Εκείνη ήθελε να τον διαψεύσει αλλά δεν είχε και πολύ κουράγιο να συνεχίσει την συζήτηση. Ο Άνγκους σκεφτόταν ήδη τα αποτελέσματα της νεκροψίας ώστε να μπορέσει να βγάλει άκρη γιατί, αν και γεννημένος σε μία χώρα όπου οι θρύλοι και οι ιστορίες οργιάζουν, πίστευε ότι κάθε έγκλημα, όσο και να φαίνεται μυστήριο και εξωπραγματικό, έχει πάντα μία λογική εξήγηση.

«Έρχονται με ελικόπτερο από την Αθήνα. Η νεκροψία θα γίνει άμεσα και θα μάθουμε. Ο Ηλιάδης είχε γκόμενα, είμαι σίγουρος. Πάντα τριγυρνούσε με διάφορες. Η Ρόζα το ήξερε αλλά δεν έκανε τίποτα γιατί είναι απόλυτα εξαρτημένη οικονομικά από τον άντρα της. Δεν έκαναν ποτέ παιδιά και θα ήταν εύκολο να την ξαποστείλει ο γιατρός. Είναι καλή νοικοκυρά και τον λάτρευε. Έτσι ο γιατρός είχε την άνεσή του. Υπηρέτρια στο σπίτι την Ρόζα και την γκόμενα για να περνάει καλά» είπε χαμογελώντας ειρωνικά ο διοικητής. 
«Πάντως, σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να δημοσιοποιηθούν οι συνθήκες θανάτου του Ηλιάδη γιατί θα πανικοβληθεί ο κόσμος» τόνισε αυστηρά ο Άνγκους.

«Μην ανησυχείς Άνγκους το έχω κανονίσει! Ο Ηλιάδης πέθανε από ανακοπή! Άλλωστε ήταν μανιώδης καπνιστής!»

«Δεν τον συμπαθούσες και πολύ…»

«Ποτέ δεν γούσταρα τους λεφτάδες γιατρούς που έχτιζαν βιλάρες με τα φακελάκια του λαουτζίκου. Ειδικά τώρα, που έγινε αυτός ο φόνος, δεν έχω καμία όρεξη να ασχοληθώ. Τόσα χρόνια στην υπηρεσία, αποσπασμένος σε αυτό το κωλοχώρι από το εγκληματολογικό. Και όλα αυτά για ένα τραγικό λάθος του πρώην διοικητή μου… Τέλος πάντων, εγώ βγαίνω στην σύνταξη στο τέλος του χρόνου. Αν θες να ερευνήσεις την υπόθεση απλά φρόντισε να είσαι αθόρυβος. Δεν θέλω μπλεξίματα επειδή στράβωσαν οι γκομενοδουλειές του Ηλιάδη. Ο κόσμος θα ξέρει ότι απλά πέθανε από ανακοπή. Μάρτυρες δεν υπάρχουν και η Ρόζα το τελευταίο που θέλει είναι να αποκαλυφθούν τα άπλυτα του άντρα της. Σήμερα κιόλας θα φύγει για την Αθήνα. Θα μείνει με την ξαδέλφη της που είναι χωρισμένη και πολύ πλούσια».

«Μα καλά, δε νοιάζεσαι καθόλου; Όταν μίλησα για μανιακό δολοφόνο το εννοούσα. Πρέπει να πιάσουμε αυτή τη μυστήρια γυναίκα πριν κάνει και άλλους φόνους».

«Στην Ελλάδα φίλε μου οι μανιακοί δολοφόνοι είναι σπανιότατο είδος. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μία τρελογκόμενα που πιθανότατα μιμήθηκε κάποιον παλιό θρύλο της περιοχής για να βγάλει από τη μέση το γιατρό. Αν κοιτάξουμε τις κινήσεις στους παχυλούς λογαριασμούς του θα δούμε ποια του ρούφηξε το χρήμα και όχι το αίμα! Μετά σκηνοθέτησε και διέπραξε τον φόνο για να τον βγάλει από την μέση. Τώρα θα βρίσκεται ήδη στο αεροπλάνο και θα γελάει».

«Αποκλείεται να είναι τόσο απλό».

Ο Άνγκους χαιρέτησε τον διοικητή και του είπε ότι θα μιλήσουν ξανά στο τμήμα, νωρίς το επόμενο πρωί. Ο αστυνομικός μπήκε στο αυτοκίνητο του, που το είχε παρκάρει περίπου διακόσια μέτρα δεξιά από την πόρτα του σπιτιού της οικογένειας Ηλιάδη, πίσω από ένα μεγάλο πεύκο. Δεν είχε σκοπό να γυρίσει σπίτι του. Ήξερε ότι η αδελφή του, η Μαίρη, θα τον περίμενε άγρυπνη για να τον εξετάσει και να του δώσει τα φάρμακο του. Η Μαίρη ήταν σπουδαία γιατρός και ήταν αφοσιωμένη στην φροντίδα του αδελφού της, εδώ και εννέα χρόνια. Ο Άνγκους έπασχε από αϋπνίες. Η κατάσταση του γινόταν πολύ σοβαρή και επικίνδυνη, αν μετά από δύο μέρες δεν έπαιρνε υπνωτικά χάπια για να μπορέσει να κοιμηθεί. Νοσούσε από βαριά αγχώδη διαταραχή, αποτέλεσμα της οποίας ήταν η αϋπνία, όμως κανείς δεν ήξερε τίποτα στην υπηρεσία του. Αν μάθαιναν κάτι τέτοιο θα τον έστελναν σπίτι του. Αυτό θα τον σκότωνε! Η καριέρα του ήταν όλη του η ζωή, έστω στην Ελλάδα, μακριά από το αγαπημένο του Λονδίνο που δούλευε κάποτε, έστω και σε αυτό το μικρό χωριό μέσα στο δάσος. Στο χωριό της μητέρας του, που ήταν Ελληνίδα. Δεν ήταν βέβαια ένα τυχαίο χωριό… ήταν το καταφύγιο των επώνυμων και πλούσιων ανδρών και γυναικών της πρωτεύουσας. Εδώ είχαν χτίσει τα πολυτελή εξοχικά τους, εκνευρίζοντας τους ντόπιους, οι οποίοι έδιναν τόπο στην οργή γιατί οι λεφτάδες ήταν γενναιόδωροι και είχαν «χρυσώσει» το χωριουδάκι με πλούσια γλέντια στις δύο παραδοσιακές ταβέρνες, με υπαίθριες δεξιώσεις, με εκδηλώσεις στην πλατεία και με φίλους που έφερναν πολύ συχνά στις τρεις μικρές και γραφικές πανσιόν.  

Η αστυνομία του χωριού έπρεπε να απαρτίζεται από έμπειρα στελέχη. Συχνά, πυκνά, ξέσπαγαν σκάνδαλα και άλλα περιστατικά που δεν θα μπορούσαν να χειριστούν έξυπνα, αποτελεσματικά και πάνω από όλα… διακριτικά οι ντόπιοι αστυνομικοί. Φυσικά, αυτό για τον Άνγκους Ρόβερς, με την τόσο μεγάλη και γεμάτη επιτυχίες καριέρα, δεν ήταν το καλύτερο που θα μπορούσε να του συμβεί, αλλά σίγουρα ήταν καλό σε σύγκριση με την πιθανή απομάκρυνση του από το Σώμα. Όμως, τώρα είχε συμβεί κάτι πολύ σοβαρό: ένας φόνος από εκείνους που συναντά κανείς σε ιστορίες τρόμου και σε παράξενα ρεπορτάζ δημοσιογράφων που ασχολούνται με μεταφυσικά φαινόμενα. Ένας φόνος σε ένα μικρό παραδοσιακό χωριό. «Όλα ταιριάζουν απόλυτα» σκέφτηκε ο Άνγκους ψιθυρίζοντας με φόβο τις λέξεις στον εαυτό του. Ήξερε ότι έπρεπε να φύγει, να τρέξει μακριά από αυτό το μέρος. Πλησίαζε η στιγμή…

Τα φώτα έσβησαν στο σπίτι του Ηλιάδη. Ο Άνγκους βγήκε από το αυτοκίνητο του και στάθηκε δίπλα στον μεγάλο κορμό του πεύκου. Η Ρόζα Ηλιάδη βγήκε από την πόρτα και κατευθύνθηκε στο αυτοκίνητο του άντρα της, που ήταν παρκαρισμένο λίγα μέτρα μακρύτερα. Ο αστυνομικός ένιωσε ηλίθιος και αποτροπιασμένος, βλέποντας την γυναίκα τού μόλις δολοφονημένου γιατρού ντυμένη με ένα σέξι μαύρο φόρεμα, με βαθύ ντεκολτέ, μακιγιαρισμένη λες και πήγαινε σε πρωτοχρονιάτικο ρεβεγιόν, με το εντυπωσιακό διαμαντένιο κολιέ, που φορούσε στον λαιμό της, να αστράφτει στο φως του φεγγαριού. «Ώστε εσύ τον έφαγες τον ανθρωπάκο» είπε σιγανά ο Άνγκους σφίγγοντας τα δόντια του από οργή. Ήταν έτοιμος να τρέξει να την αρπάξει και να την ρίξει κάτω για να της περάσει χειροπέδες. Θα έσφιγγε τόσο πολύ τις χειροπέδες που το αίμα δεν θα μπορούσε πλέον να κυλήσει στις φλέβες της. Θα την έσερνε από τα μαλλιά μέχρι το αυτοκίνητο. Είχε κοκκινίσει από τον θυμό και τις βίαιες σκέψεις ο αστυνομικός, όμως ήξερε ότι πρέπει να ηρεμήσει τον εαυτό του και να την παρακολουθήσει. Σίγουρα υπήρχε συνεργός. Ποιος να ήταν άραγε ο επίδοξος γκόμενος της γυναίκας του μεγαλογιατρού; Θα το μάθαινε πολύ σύντομα. 

Ακολούθησε την Ρόζα πολύ προσεκτικά. Την είδε να παρκάρει κοντά στο πάρκο. Βγήκε από το αυτοκίνητο και συνέχισε με τα πόδια. Ο Άνγκους άφησε το αυτοκίνητο του τριακόσια μέτρα μακρύτερα και πετάχτηκε έξω από την πόρτα σαν ελατήριο για να την προλάβει. Η Ρόζα είχε φτάσει κοντά σε ένα παγκάκι όπου την περίμενε όρθια η Μαίρη Ρόβερς. Ο Άνγκους, που βρισκόταν κρυμμένος πίσω από κάτι θάμνους, ήταν τόσο συγχυσμένος που, ασυναίσθητα, τράβηξε το περίστροφο του και σημάδεψε την γυναίκα του γιατρού. Μόλις, όμως, είδε τις δύο γυναίκες να χασκογελάνε και να προχωράνε μαζί ανέμελες σαν κολλητές φίλες, ένιωσε ότι αυτό που βλέπει μπροστά στα μάτια του δεν μπορεί να είναι αλήθεια.

Τις ακολούθησε μέσα στο πάρκο μέχρι το Forrest Bar. Περίμενε να μπούνε μέσα και να κάτσουν σε ένα τραπέζι, ώστε να έρθει μετά προσεκτικά για να μην τον καταλάβουν. 

«Μεγάλε, είσαι σίγουρος ότι θέλεις να μπεις;», ο γεροδεμένος άντρας που στεκόταν στην είσοδο του μπαρ προειδοποίησε τον αστυνομικό. Το ύφος του δεν ήταν καθόλου απειλητικό, έτσι ο Άνγκους αποφάσισε να τον ρωτήσει με απορία: «Γιατί ειδικά εγώ να μην μπω;»

Τότε ο πορτιέρης απάντησε με την φωνή της Μαίρης Ρόβερς: «Τελικά αδερφούλη δεν μπορώ να σε προφυλάξω! Προσπαθώ χρόνια να σε σώσω, έφαγα τη ζωή μου, τα νιάτα μου, έσβησα τα όνειρα μου επειδή ήσουν μόνος και δεν θα ζούσες αν δεν είχες κάποιον να σε φροντίζει».

«Τι; Δε… δε γίνεται να μιλάς εσύ… σταμάτα!» Ο Άνγκους τράβηξε απότομα το περίστροφο από την θήκη και σημάδεψε τον πορτιέρη στον κρόταφο, αλλά ο γεροδεμένος άντρας με την φωνή της αδελφής του αστυνομικού, άρχισε να καίγεται. Οι φλόγες τον τύλιξαν αμέσως και εκείνος προσπαθούσε να σωθεί παραπατώντας και κραυγάζοντας από πόνο και αγωνία. Οι φλόγες έσβησαν και ο άτυχος άντρας χάθηκε μέσα σε ένα σύννεφο καπνού. Ο Άνγκους είχε παγώσει. Δεν ήξερε αν πίστευε όλα αυτά που έβλεπε, όμως ήξερε ότι φοβόταν πολύ. Δεν είχε ξανανιώσει τέτοιο τρόμο στη ζωή του. Το σύννεφο καπνού διαλύθηκε απότομα και ο αστυνομικός περίμενε να αντικρίσει ένα απανθρακωμένο πτώμα. Όμως, στην θέση του πορτιέρη, που θα έπρεπε να έχει γίνει στάχτη, υπήρχε μία ξανθή, εντυπωσιακή γυναίκα ολόγυμνη. Ο Άνγκους πλησίασε προτείνοντας το όπλο του προς το κεφάλι της, όμως όταν συνειδητοποίησε πως ήταν η Αλίκη, η κόρη του προέδρου του χωριού, η οποία είχε εξαφανιστεί μυστηριωδώς δέκα μήνες πριν, πέταξε απότομα το περίστροφο μακριά σαν να παραδινόταν.

Το βλέμμα της ήταν παγωμένο και γεμάτο μίσος, ενώ από την όψη του δέρματος της ήταν πολύ εύκολο να καταλάβει κανείς ότι ο αστυνομικός κοιτούσε μία νεκρή γυναίκα. 

«Άνγκους… πόσο χαίρομαι που βρισκόμαστε ξανά… έστω κι έτσι! Βιάζεσαι να με σκοτώσεις ε; Να απαλλαγείς από μένα όσο πιο γρήγορα γίνεται! Λυπάμαι ειλικρινά που θα σου πω ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει! Ναι, λυπάμαι που σε βλέπω έτσι ανήμπορο να αντιδράσεις!»

Ο αστυνομικός ένιωθε το σώμα του σιγά σιγά να παραλύει και να παραδίνεται στο βλέμμα και τα λόγια της μυστήριας γυναίκας.

«Νομίζεις ότι είμαι η εξαφανισμένη Αλίκη ή…» το πρόσωπο της άλλαζε γρήγορα καθώς μιλούσε. Από Αλίκη έγινε Μαίρη Ρόβερς, μετά Ρόζα Ηλιάδη και στο τέλος πήρε τη μορφή του δολοφονημένου γιατρού. Ο Άνγκους έβγαζε άναρθρες κραυγές, καθώς παρατηρούσε το απόκοσμο θέαμα, όμως δεν είχε την δύναμη να αντιδράσει, ούτε να μιλήσει. Δεν υπήρχε κανείς τριγύρω να τον βοηθήσει. Το Forrest Bar και ολόκληρη η πλατεία έμοιαζαν σαν ερείπια, απομεινάρια ενός χώρου που κάποτε ήταν γεμάτος φώτα και ανέμελους ανθρώπους που απολάμβαναν τη βόλτα τους. 

«Η δικαιοσύνη ποτέ δεν σε απασχόλησε Άνγκους Ρόβερς. Αλήθεια, σκέφτηκες ποτέ πόσους… κακούς σκότωσες που ίσως να μην ήταν και τόσο… κακοί; Πόσες οικογένειες κατάστρεψες, απλά και μόνο επειδή δεν ερεύνησες μέχρι βάθους τα στοιχεία; Αλλά, να σου πω την αμαρτία μου, δεκάρα δεν δίνω για σένα και τις πράξεις σου! Εγώ είμαι ακριβώς αυτό που πάντα φοβόσουν! Αυτή η φράση που σου φώναζε η συνείδηση σου: όλα εδώ πληρώνονται! Βλέπεις, οι κατάρες των αδικημένων πιάνουν πάντα! Μα τι λέω; Εσύ δεν πιστεύεις σε κατάρες, φαντάσματα και τέτοιες βλακείες! Μόνο που… το πρόβλημα σου τώρα είναι ότι δεν υπάρχει κανείς εδώ για να πιστέψει εσένα!» Η γυναίκα πλησίασε, χαμογελώντας σατανικά, τον αστυνομικό και τον φίλησε βίαια στο στόμα . Ο Ρόβερς δεν μπορούσε να αναπνεύσει. Πνιγόταν, πέθαινε με τον πιο φρικτό και αγωνιώδη τρόπο, όμως δεν μπορούσε να αντιδράσει, παρά μόνο να ελπίζει ότι το μαρτύριο του θα τελειώσει γρήγορα.

«Λυπάμαι κυρία Ρόβερς.»

«Γιατρέ, δεν μπορώ να καταλάβω… Χθες κοιμήθηκε κανονικά, δεν του έδωσα χάπι. Μου είπε ότι πρέπει κάποτε να προσπαθήσει να κοιμηθεί κανονικά και τα κατάφερε!»

«Θα μάθουμε σύντομα την αιτία κυρία Ρόβερς. Είναι πράγματι πολύ… μυστήριος ο θάνατος του, αλλά θα μάθουμε τον λόγο. Σας το υπόσχομαι». 

Tuesday, October 16, 2007

Night Walk


Every night at the stroke of midnight, she comes to the same bar by the sea. She always wears the same green dress but you won’t recognize her because she appears as a different woman from night to night. Sometimes she has long, curly blonde hair and blue eyes. I have also seen her with black hair and big seductive black eyes. Others would say that she is a redhead with beautiful green eyes. Nobody knows who she is and most important, what she is!

You can’t resist my friend! It is useless! She will lock her eyes on you and make you want her more than everything. You will have a couple of drinks with her and when everybody else has gone she will invite you to her house, a very old house ruined by time and forbidden memories. Andrew Nichols was the last man who walked her home. He was sitting comfortably on the old sofa when she touched his head. She invaded his mind. She quickly walked through the dark alleys where his secrets were perfectly hidden. There she found a young girl drowning helpless inside a car as it was sinking deeper and deeper. She laughed at the dying girl and saw Andrew walking away from the lake. He let her die because she was pregnant. She would destroy his future, his career, he was thinking. He should avoid the scandal and an accident was the perfect solution.

Andrew opened his eyes in agony. He saw the dark figure of a woman coming close to him, stepping slowly from the old wooden main door towards the living room. It was her! She looked beautiful and horrible at the same time. Her demon eyes were changing colors as she was approaching him. They were bright yellow when she was near the main door but now they had turned to crimson.

“Sandra I’m sorry, I…”

She didn’t talk; she ripped his throat with her sharp red nails and filled her glass with his blood which was pouring very fast from his wound. He was drowning in his own blood as she was enjoying her drink sitting completely relaxed on the sofa. When Nichols died she dragged his body out of the house, walking slowly down the road. She walked a few meters until she finally left the dead body of Andrew Nichols in the middle of the road near my front door. I saw her from my bedroom window. She knows I stand there and watch her coming every single night. She never looks at me. She turns and walks back to her house.

“And you expect me to believe that a character of your horror novel has murdered five men? I’m sure that we are dealing with a classic copycat serial killer here.”

“You don’t understand! She is real! She is the real Michele Nichols I have created. Read the book! She is an evil witch who lived here in 1750. She had the power of transformation and that’s why they couldn’t nail her. Only her brother, the priest, could recognize her. She tried to trap him once but he recognized her before it was too late. He stabbed her and hanged her, but her soul was cursed. She has killed five men in the city named Andrew Nichols. Someone of them may have been the last blood relative to her brother, the first Andrew Nichols.”

“But this is not a story based on historical facts, it is fiction.”

“You ignore this town's stories my friend! Michele Nichols was a real witch who was trying to become a vampire in order to live forever. She has murdered many men, women even children. She wanted to create an elixir of their blood and finally she did it! The elixir gave her the power to change her face but not to transform to a wolf, or any other animal like a vampire can do. And, of course, the elixir never turned her into a real vampire. She didn’t have to drink blood to stay alive. The only thing she needed to do in order to live forever was to kill. So, every night at the stroke of midnight she was going out hunting. Nobody could ever nail her because she was changing her face.”

“So, according to the legend, she took advantage of your novel and started again her night walks.”

“That’s right! She knew that the police would never have thought of the legend.”

“In your story, Michele Nichols kills people who have secrets. I mean deadly, sinful secrets. What is your secret? You write horror stories! You must have at least one sinful secret!”

Instantly, just when he finished his sentence, detective Wells turned into Michele Nichols and grabbed the author’s head. She rushed through the corridors of his mind in search for his sinful secrets. She opened a big iron door and stepped inside. The door closed quickly behind her and disappeared. She was standing in a place that looked like the bar by the sea. Green mist coming out of nowhere blocked her vision. Then, she heard footsteps coming towards her. Hundreds of men, women and children were coming out of the mist staring at her viciously with their demonic red eyes. She could not escape, the door was closed forever. The vampires tore her body apart while she cried out in horrible pain.

Francis woke up from the ringing of the phone. It was his editor, Alan Davenport.

“Rise and shine Francis, I told you I was going to call you early in the morning!”

“Hey Alan it’s alright! You still need a quote for the first page of the second edition?”

“Oh yes! I would prefer something short like a dedication that has to do with your wife or another person of your family.”

“I would like to dedicate it to my sister Michele. I am always thinking of her every night at the stroke of midnight and you know... midnight is all night!”

Wednesday, February 28, 2007

Horror Writers Association

Στην χώρα μας δυστυχώς δεν υπάρχει κάτι ανάλογο όπως το Horror Writers Association, που εδρεύει στη Νέα Υόρκη. Αν και οι ιστορίες, διηγήματα, μυθιστορήματα, κινηματογραφικές ταινίες τρόμου βρίσκονται στις πρώτες θέσεις προτίμησης του Ελληνικού κοινού - και αυτό διαπιστώνεται από πολλά επίσημα στοιχεία όπως το ελληνικό box office, πωλήσεις βιβλίων κ.α.- δεν έχουν γίνει οι αναμενόμενες κινήσεις για την δημιουργία ενός συλλόγου ερασιτεχνών έστω συγγραφέων που ασχολούνται με το συγκεκριμένο είδος λογοτεχνίας. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα όλοι όσοι θέλουν να γράψουν κάτι και ενδιαφέρονται να το εκδόσουν, να περνάνε από χίλια μύρια κύματα αναζήτησης και έρευνας χωρίς ευτυχή κατάληξη τις περισσότερες φορές. Δεν είναι καθόλου δύσκολο να μαζευτούν σιγά σιγά όλοι όσοι μοιράζονται το ίδιο ενδιαφέρον και να δημιουργήσουν μία τέτοια κοινότητα, έναν σύλλογο που σίγουρα θα έχει πολλούς νέους συγγραφείς να αναδείξει.

Αντίθετα από όσα πιστεύουν αρκετοί, η Ελλάδα είναι μία χώρα γεμάτη μύθους και διηγήσεις. Υπέροχες ιστορίες που σίγουρα όλοι μας έχουμε ακούσει σε κάποιο χωριό, πόλη και γενικά σε οποιαδήποτε γωνιά της πανέμορφης πατρίδας μας. Έμπνευση, φαντασία, κουλτούρα και υπόβαθρο υπάρχουν σίγουρα αρκεί να υπάρξει και θέληση για οργάνωση και δημιουργία. Βλέπετε εμείς οι Έλληνες έχουμε το κακό να τα θέλουμε όλα στο πιάτο! Πολλές φορές πιστεύουμε ότι αν δεν υπάρχει κάτι ήδη έτοιμο δεν αξίζει να προσπαθήσουμε να το κάνουμε εμείς! Ακόμη, πολλοί στην Ελλάδα βλέπουν σήμερα το marketing και την προώθηση σαν κάποια μυστήρια ζώα! Η ανάγκη όμως για επικοινωνία και σωστή προώθηση πρέπει να βρίσκεται στην κορυφή των προτεραιοτήτων όλων όσων ενδιαφέρονται να εκφραστούν και να γνωστοποιήσουν τα έργα τους στο ευρύ κοινό.

Το Horror Writers Association αναδεικνύει συνεχώς νέους δημιουργούς του είδους και μάλιστα έχει σαν ετήσιο θεσμό τα βραβεία "Bram Stoker", του γνωστού συγγραφέα του "Δράκουλα". Η λίστα των υποψηφίων για βράβευση έχει ήδη δημοσιευτεί στην ιστοσελίδα του συλλόγου, www.horror.org. Αξίζει να την επισκεφθείτε.