
Επεισόδιο 1 - Ο Δάσκαλος
Θα αρχίσω λέγοντας ότι εγώ δεν ήθελα να γράψω τέτοιο βιβλίο. Αυτά που θα διαβάσετε είναι πραγματικά συμβάντα, όμως εκείνος με αναγκάζει να τα αναφέρω ως μύθους της μικρής μας πόλης. Μην με ρωτήσετε ποιος είναι εκείνος. Το μόνο που ξέρω γι’ αυτόν είναι ότι με αναγκάζει να προβώ σε αυτό το συγγραφικό έργο και ότι πρόκειται να αναφερθεί σε κάποια από τις ιστορίες που θα διαβάσετε. Του αρέσουν οι γρίφοι. Προτιμά να τον ανακαλύψουν οι αναγνώστες. Άλλωστε, έχει την δύναμη να επιβάλει τους δικούς του κανόνες. Εγώ δεν μπορώ να αντισταθώ, τουλάχιστον όχι τώρα. Μακάρι να μπορούσε κάποιος από εσάς να με βοηθήσει. Όχι, δεν τα έχω χαμένα! Είμαι ο Γιώργος Αποστόλου, ο αγαπημένος δάσκαλος των παιδιών σας.
Ξέρω ότι έχετε ανησυχήσει πολύ με την μυστηριώδη εξαφάνιση μου από το σχολείο και το σπίτι μου. Πάνε δύο εβδομάδες τώρα από εκείνη τη νύχτα της Παρασκευής. Σας ορκίζομαι ότι αυτά που θα σας διηγηθώ ευθύς αμέσως είναι αλήθεια. Καθόμουν στο γραφείο μου, στο σαλόνι του σπιτιού μου, και διόρθωνα τις εκθέσεις των μαθητών. Τους είχα βάλει ελεύθερο θέμα εκείνη την Παρασκευή, οπότε η ανάγνωση και η διόρθωση είχαν εξαιρετικό ενδιαφέρον. Ήθελα να διαπιστώσω πόσο δημιουργικά είναι τα παιδιά και σας διαβεβαιώνω ότι έχουν ταλέντο! Όμως, ανάμεσα στα γραπτά των μαθητών μου, υπήρχε και μία έκθεση ανυπόγραφη. Δεν ήταν κάποιου μαθητή από την δική μου τάξη, αλλά είμαι σίγουρος, ότι επρόκειτο για φάρσα. Ίσως κάποια παιδιά ήθελαν να με τρομάξουν, επειδή ήξεραν ότι έχω μία αδυναμία στους μύθους και ιδιαίτερα στις ιστορίες τρόμου. Αυτό σκέφτηκα στην αρχή, όταν είδα την μυστηριώδη έκθεση με τίτλο «Η Μαργκιόνα θα σε σκοτώσει σήμερα!»
Ο μύθος της Μαργκιόνας, είναι γνωστός ακόμα και στις πέτρες της Πευκολίμνης! Όλοι έχετε ακούσει για αυτήν, που έμενε σε εκείνο το μεγάλο σπίτι κοντά στη λίμνη. Ενώ, όλα τα σπίτια της πόλης μας είναι χτισμένα μέσα στο πανέμορφο πευκοδάσος μας, το σπίτι όπου λέγεται ότι κατοικούσε η Μαργκιόνα βρίσκεται περίπου ένα χιλιόμετρο έξω από την πόλη και δίπλα στη λίμνη. Γι’ αυτό μας έλεγαν από τότε που ήμασταν παιδιά «μην παίζετε στη λίμνη μετά το σούρουπο. Η Μαργκιόνα παραφυλάει και μόλις νυχτώσει βγαίνει για κυνήγι. Παιδάκια σαν κι εσάς ψάχνει για να τους ρουφήξει την ανάσα». Ο παππούς μου έλεγε ότι ήταν η γυναίκα του μεγαλέμπορα Κώστα Μαργκιόνη και ήταν καταραμένη επειδή αυτοκτόνησε όταν έμαθε ότι ο άντρας της πνίγηκε σε ναυάγιο. Την έθαψαν στην αυλή του σπιτιού της και δεν την διάβασαν, έτσι αυτή βρικολάκιασε. Η Μαργκιόνα δεν διψούσε για αίμα. Φιλούσε τα θύματα της στο στόμα ρουφώντας την ανάσα τους μέχρι εκείνα να πεθάνουν από ασφυξία. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του παππού μου, η καταραμένη αυτή γυναίκα προσπαθούσε να μαζέψει τις ανάσες όλων των παιδιών της Πευκολίμνης για να αναστήσει τον άντρα της, ο οποίος πνίγηκε στα νερά της Αδριατικής, σε ένα συνηθισμένο για την δουλειά του ταξίδι επιστροφής από την Ιταλία στην Ελλάδα.
Κανείς δεν είχε δει το πρόσωπο της Μαργκιόνας. Φορούσε πάντα μία κάπα, κόκκινη σαν την φωτιά, με κουκούλα που κάλυπτε τα μάτια της. Η φωνή της έμοιαζε με μικρού κοριτσιού. Όταν έβρισκε ένα παιδί να περπατάει μόνο του τη νύχτα, το φώναζε με το όνομα του. Αν το ανυποψίαστο παιδάκι γυρνούσε να δει ποιος ήταν, εκείνη το άρπαζε γρήγορα, όπως ο λύκος το ελάφι, κολλούσε τα κατάμαυρα πεθαμένα χείλη της στο στοματάκι του και ρουφούσε την ανάσα του με μανία. Σκότωσε αρκετά παιδιά με αυτό τον τρόπο, μέχρι που οι κάτοικοι εξαγριώθηκαν και μαζί με τον παπά πήγαν στη λίμνη για να την βρουν και να την κάψουν. Έψαξαν στον κήπο, εκεί που την είχαν θάψει, όμως δεν την βρήκαν. Ο παπάς διάβασε έναν εξορκισμό και μετά έκαψαν το σπίτι και έφυγαν. Όμως, την άλλη μέρα το σπίτι ήταν πάλι όπως πριν το τυλίξουν οι φλόγες! Ο παπάς είπε ότι αν δεν την έβρισκαν για να την κάψουν, θα τριγυρνούσε στην Πευκολίμνη για πάντα. Τότε, ο δήμαρχος, ο Γιάννης Θεοδωρόπουλος, έβαλε για δόλωμα τον γιο του Θανάση. Του έδωσε ένα μικρό μπουκαλάκι με αγιασμό και τον έστειλε να κάτσει στην όχθη της λίμνης, ένα απόγευμα, πολύ κοντά στο σπίτι της καταραμένης. Ο δήμαρχος, ο παπάς και πολλοί άλλοι ήταν κρυμμένοι εκεί τριγύρω για να επέμβουν σε περίπτωση που η Μαργκιόνα προσπαθούσε να σκοτώσει τον μικρό Θανάση. Ήταν ένα δυνατό αγόρι γύρω στα δεκαπέντε. Δεν φοβόταν τη Μαργκιόνα. Ήθελε να την σκοτώσει γιατί εκείνη είχε πάρει τη ζωή του κολλητού του φίλου, του Γιάννη Αλεξάνδρου. Το σχέδιο ήταν απλό. Μόλις η Μαργκιόνα φώναζε τον μικρό Θανάση, αυτός θα μπούκωνε το στόμα του με αγιασμό και θα γυρνούσε προς το μέρος της. Εκείνη θα τον άρπαζε, θα τον φιλούσε και θα καιγόταν μέχρι θανάτου.
Ήταν ένα Αυγουστιάτικο απόγευμα. Ο παππούς μου ήταν εκεί! Έτσι έλεγε και δεν είχα κανένα λόγο να μην τον πιστέψω. Ήταν φίλος του μικρού Θανάση και είχε πάει, συνοδευόμενος από τον πατέρα του, να τον καμαρώσει που θα σκότωνε την Μαργκιόνα. Τα νερά της λίμνης έμοιαζαν με ένα σπάνιο και πανέμορφο κράμα κρυστάλλου με ονειρικές πράσινες αποχρώσεις, που σκοτείνιαζαν αρμονικά και σιγά καθώς ο ήλιος έδυε. Το τοπίο έμοιαζε με ζωγραφιά και ο παππούς το απολάμβανε για πρώτη του φορά, αφού δεν τον άφηναν να παίζει στη λίμνη τα απογεύματα. Κοιτώντας από την λίμνη προς τον πευκοντυμένο λόφο της πόλης, έβλεπε κανείς τα φωτισμένα με κεριά σπίτια να μοιάζουν σαν λαμπερά στολίδια καρφιτσωμένα μέσα στα δέντρα. Αυτή η μαγευτική εικόνα, που σχηματιζόταν καθώς σκοτείνιαζε, ήταν απαγορευμένη. Όποιος την έβλεπε, ήταν σχεδόν σίγουρο ότι θα γευόταν τα θανατηφόρα χείλη της Μαργκιόνας. Πού ήταν, όμως, η Μαργκιόνα; Η νύχτα είχε σκεπάσει για τα καλά τη λίμνη και η καταραμένη δεν είχε εμφανιστεί. Πέρασαν ώρες, κόντευαν μεσάνυχτα, αλλά εκείνη δεν ερχόταν. Μάλλον είχε καταλάβει την παγίδα που της είχαν στήσει. Ο δήμαρχος και ο παπάς συμφώνησαν να παραμείνουν εκεί όλη τη νύχτα. Είπαν στους άλλους κατοίκους να πάνε στα σπίτια τους, αν ήθελαν, όμως κανείς δεν κούνησε ρούπι. Καθώς η ώρα περνούσε, ο μικρός Θανάσης και οι περισσότεροι από τους κρυμμένους παρευρισκόμενους νύσταξαν. Δεν συνέβαινε απολύτως τίποτα, η βραδιά ήταν υπέροχα γλυκιά με απαλό αεράκι, αλλά υπήρχε και κάτι στην ατμόσφαιρα, κάτι σαν υπνωτικό, έτσι μου το περιέγραψε ο παππούς μου. Μια μυρωδιά παράξενη, σαν ένα μείγμα από θειάφι και τριαντάφυλλα. Ήταν πολύ δύσκολο για όλους να κρατήσουν τα βλέφαρα τους ανοιχτά. Έτσι, ο παππούς κοιμήθηκε, όπως κοιμήθηκαν και όλοι οι άλλοι, όμως ήταν ο πρώτος που ξύπνησε και είδε την Μαργκιόνα να ρουφάει με μανία την ανάσα του άτυχου Θανασάκη. Ο μικρός προσπαθούσε να ελευθερωθεί, αλλά εκείνη τον κρατούσε σφιχτά μέσα στην αγκαλιά της. Τα πόδια του σπαρταρούσαν καθώς τελείωνε το οξυγόνο του, και με τα χέρια του έκανε την ύστατη προσπάθεια να γλυτώσει χτυπώντας την Μαργκιόνα στο πρόσωπο με τις γροθιές του. Μια γροθιά τίναξε το κεφάλι της καταραμένης προς τα πίσω και έπεσε η κουκούλα της αποκαλύπτοντας τα μάτια της. Ο παππούς μου φοβήθηκε πολύ που είδε τα κίτρινα, λαμπερά και φιδίσια μάτια της. Άρχισε να ουρλιάζει «βοήθεια!» Η Μαργκιόνα πέταξε απότομα τον μικρό Θανάση από την αγκαλιά της και κάρφωσε τον παππού μου με το απόκοσμο βλέμμα της. Σαν να σηκώθηκαν τα πόδια της από το έδαφος, με μία πολύ γρήγορη κίνηση σύρθηκε προς το μέρος του παππού προτείνοντας του τα γαμψά μαύρα νύχια της. Λίγο πριν τον αρπάξει, ο παπάς επενέβη, σαν από μηχανής θεός, της πέταξε αγιασμό στο πρόσωπο και εκείνη σωριάστηκε απότομα, λες και την χτύπησε κεραυνός. Ο παπάς πήγε από πάνω της, διάβασε έναν εξορκισμό και της έριξε κι άλλο αγιασμό. Η Μαργκιόνα χτυπιόταν στο χώμα και ούρλιαζε φρικτά. Όλοι οι παρευρισκόμενοι, που είχαν ξυπνήσει από τότε που ο παππούς μου φώναξε «βοήθεια», κοιτούσαν παγωμένοι το θέαμα. Ξαφνικά, η Μαργκιόνα σταμάτησε να χτυπιέται και να κραυγάζει, άνοιξε το στόμα της και από μέσα του βγήκαν τα φαντάσματα των παιδιών που είχε σκοτώσει. Όλα τα παιδιά, το ένα μετά το άλλο, έριχναν κατάρες στον παπά γιατί δεν τα προστάτεψε όταν ζούσαν, και μετά έτρεχαν προς τη λίμνη και εξαφανίζονταν σαν καπνός από τσιγάρο που απλώνεται και διαλύεται στην ατμόσφαιρα αργά και σταθερά.
Η Μαργκιόνα ήταν πλέον νεκρή, ή εντελώς νεκρή, για την ακρίβεια! Το πρόσωπο της έμοιαζε γαληνεμένο. Τα μάτια της κοιτούσαν προς τον ουρανό και ήταν κανονικά μαύρα μάτια, όχι μάτια φιδιού. Τα χείλη της ήταν ροζ και όχι μαύρα, όπως λίγο πριν που ρουφούσε την ανάσα του μικρού Θανάση. Τα μαλλιά της ήταν καστανά, ίσια και απλώνονταν στους ώμους της. Ήταν μία όμορφη νέα γυναίκα, μία όμορφη νεκρή γυναίκα. Την έθαψαν ξανά στην αυλή του σπιτιού της. Αυτή τη φορά, όμως, δεν την έβαλαν σε φέρετρο. Της κάρφωσαν ένα πολύ μακρύ και χοντρό ασημένιο παλούκι στην καρδιά, την πέταξαν στον λάκκο που είχαν σκάψει και την σκέπασαν με χώμα. Η μία άκρη του παλουκιού εξείχε από την επιφάνεια του εδάφους και υποδείκνυε το ακριβές σημείο ταφής της καταραμένης. Ο δήμαρχος, από εκείνο το βράδυ, έβαλε φύλακες με βάρδιες, ώστε κανείς να μην πλησιάσει στην αυλή του σπιτιού και ξεκαρφώσει το παλούκι, γιατί τότε η Μαργκιόνα θα ξυπνούσε πάλι!
Όλοι ξέρετε την Μαργκιόνα και την ιστορία της, αλλά την έχετε ακούσει με διαφορετικές εκδοχές. Ίσως μία από τις εκδοχές αυτές να είναι και αυτή που σας διηγήθηκα, όμως σίγουρα είναι η πραγματική. Είναι η εκδοχή που έγραψε ο άγνωστος μαθητής στην έκθεση «Η Μαργκιόνα θα σε σκοτώσει σήμερα!» Στο τέλος της έκθεσης έγραψε και την απειλή του: «Εγώ, δάσκαλε, ξύπνησα την Μαργκιόνα! Θα σε επισκεφθεί σύντομα! Δεν έχεις επιλογή από το να κάνεις αυτά ακριβώς που θα σου πω, διαφορετικά θα πεθάνεις. Η Μαργκιόνα θα σε οδηγήσει στο σπίτι της, στη λίμνη. Θα σε πάει σε ένα μυστικό δωμάτιο που κανείς δεν θα μπορέσει να ανακαλύψει. Θα είσαι άνετα. Θα έχεις πλούσια τροφή και εκλεκτό ποτό. Αν θελήσεις γυναικεία συντροφιά δεν έχεις παρά να το σκεφτείς και η επιθυμία σου θα γίνει πραγματικότητα! Μετά από μερικές μέρες θα έρθει η Μαργκιόνα στο δωμάτιο σου, ακριβώς τα μεσάνυχτα! Θα έρχεται σε σένα κάθε βράδυ! Θα κάθεται στην βελούδινη πολυθρόνα απέναντι από ένα ξύλινο γραφείο, στο οποίο θα κάθεσαι εσύ. Θα σηκώνει την κουκούλα της και θα σε κοιτάζει με τα φιδίσια μάτια της. Μέσα σε αυτά τα μάτια θα βλέπεις κάθε ιστορία με εικόνες, με πολύ ζωντανές εικόνες, σαν να ήσουν εκεί την ώρα που διαδραματίζονταν τα γεγονότα! Θα πρέπει να καταγράφεις αυτές τις ιστορίες στις λευκές σελίδες ενός μεγάλου δερματόδετου βιβλίου που θα βρεις πάνω στο γραφείο. Το βιβλίο αυτό ονομάζεται «Το Απαγορευμένο Βιβλίο των Μύθων». Πρόκειται για αληθινές ιστορίες, όμως εσύ θα τις αναφέρεις ως μύθους. Θα ξεκινάς με τίτλο: Ο Μύθος... Αν δεν γράφεις τις ιστορίες, η Μαργκιόνα θα σε σκοτώσει αργά και βασανιστικά. Θα ρουφάει την ανάσα σου κάθε βράδυ, κάνοντας την αναπνοή σου αδύναμη μέρα με τη μέρα. Θα πεθάνεις φριχτά δάσκαλε αν δεν κάνεις αυτά που σου γράφω. Ποιος είμαι εγώ; Αυτό θα το μάθεις σύντομα, αλλά όχι ακόμα! Μπορείς να γράψεις στο βιβλίο όποια εισαγωγή θέλεις, να με βρίσεις, να με καταραστείς, να ζητήσεις βοήθεια, οτιδήποτε! Όμως, όταν μάθεις την ταυτότητα μου δεν θα τολμήσεις ποτέ να με αποκαλύψεις στα κείμενα σου, διαφορετικά θα σε σκοτώσω με πολύ χειρότερο και πολύ πιο αργό τρόπο από την Μαργκιόνα! Αν μπορούν, ας με βρουν οι αναγνώστες του βιβλίου σε κάποια από τις ιστορίες! Το γιατί θα συμβούν όλα αυτά, είναι κάτι που θα το μάθεις στην πορεία, όχι τώρα, όχι σύντομα. Το γιατί θα συμβούν σε σένα όλα αυτά, θα το διαπιστώσεις πιο γρήγορα, αλλά και πάλι όχι τώρα!»
Φυσικά, δεν πίστεψα αυτά που έγραψε ο άγνωστος, όμως όταν πήγα να ξαπλώσω, εκείνο το βράδυ, είδα την Μαργκιόνα να στέκεται όρθια δίπλα στο κρεβάτι μου. Ο τρόμος που ένιωσα δεν μπορεί να περιγραφεί με λέξεις. Η καταραμένη, ακριβώς όπως την είχα σχηματίσει στο μυαλό μου από τις διηγήσεις του παππού μου, με άρπαξε βίαια από το μπράτσο και με έσυρε έξω από το σπίτι. Προσπαθούσα να φωνάξω, να ζητήσω βοήθεια, αλλά δεν έβγαινε κανένας ήχος από το λαρύγγι μου. Η ώρα ήταν περίπου δύο και μισή τη νύχτα. Τα φώτα ήταν σβηστά σε όλα τα σπίτια, αλλά και να ήταν κάποιος ξύπνιος αμφιβάλλω αν θα μπορούσε να με δει. Η Μαργκιόνα με οδήγησε στο σπίτι της και στο δωμάτιο που είχε περιγράψει ο άγνωστος συγγραφέας. Από τότε μέχρι σήμερα δεν με έχει επισκεφθεί ξανά εκείνη. Το ξέρω όμως ότι θα έρθει σύντομα, θα σηκώσει την κουκούλα της και θα δω μία φρικτή ιστορία μέσα στα απόκοσμα, φιδίσια μάτια της. Δεν θα έχω άλλη επιλογή από το να γράψω αυτή την ιστορία που θα δω. Δεν ξέρω ούτε πως να βοηθήσω τον εαυτό μου, ούτε μπορώ να έχω οποιαδήποτε επαφή με τον έξω κόσμο. Το δωμάτιο, στο οποίο βρίσκομαι, είναι μαγεμένο. Όταν είμαι πολύ απογοητευμένος κάνει απίστευτο κρύο εδώ μέσα και έξω από το παράθυρο βλέπω μία μεγάλη καταιγίδα, ενώ ακούω τον αέρα να ουρλιάζει με μανία. Όταν είμαι ήρεμος και προσπαθώ να σκεφτώ λίγο πιο αισιόδοξα, ένας υπέροχος ήλιος φωτίζει το δωμάτιο και όλα εδώ μέσα μοιάζουν σαν τον ερχομό της Άνοιξης. Τα λουλούδια στο μεγάλο βάζο της τραπεζαρίας μυρίζουν θεσπέσια, τα πουλιά τραγουδάνε χαρούμενα έξω από το παράθυρο, όλα είναι όμορφα. Όταν με πιάνει πανικός και προσπαθώ να σπάσω αυτό το παράθυρο για να βγω έξω, οι τοίχοι του δωματίου κινούνται προς το μέρος μου, καταστρέφοντας τα έπιπλα, πλησιάζοντας απειλητικά. Αν δεν σταματήσω να προσπαθώ να σπάσω το παράθυρο, θα με λιώσουν! Είμαι σίγουρος ότι αυτός που με φυλάκισε εδώ προσπαθεί να με κάνει να προσαρμοστώ. Αυτή θα είναι η ζωή μου από εδώ και μπρος και πρέπει να την συνηθίσω. Μπορώ να έχω οτιδήποτε σκεφτώ, για την καλοπέραση μου, όμως δεν θα βγω ποτέ από αυτό το δωμάτιο. Πρέπει να περιμένω την Μαργκιόνα, να βλέπω φρικτές ιστορίες μέσα από τα δαιμονικά μάτια της και να τις καταγράφω σε αυτό το δερματόδετο βιβλίο. Είμαι σίγουρος ότι όταν γεμίσω όλες τις σελίδες του βιβλίου θα πεθάνω. Αυτό το βιβλίο πρέπει να γραφτεί για κάποιον σκοπό, και σίγουρα θα πρέπει να διαβαστεί. Πρέπει να βρω έναν τρόπο να αποδράσω από εδώ μέχρι να έρθει εκείνη η ώρα αλλιώς… Δεν έχω την δύναμη να γράψω κάτι άλλο αυτή την στιγμή.


